ἄεσα

ἄεσα
Grammatical information: v.aor.
Meaning: `pass (the night, νύκτα(ς))' (Od.)
Other forms: Secondary pres. ἀέσκω (Hdn., H.).
Origin: IE [Indo-European] [1170] *h₂ues- `live, pass time'
Etymology: Skt. vásati `pass (time, the night)', Goth. wisan `to be', Arm. gom `I am' (rejected by Kortlandt, Arm. Linguistics 19 (1998) 19f.) etc., Hitt. ḫuiš-zi `live'. Old present ἰαύω \< *h₂i-h₂eus-. Not to ἄστυ, ἑστία. [But see Barton, where?]
Page in Frisk: 1,25

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄεσα — ἄω 1 blow aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέσαι — ἄεσα aor inf act (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άστυ — Τίτλος δύο εφημερίδων. 1. Εβδομαδιαία γελοιογραφική εφημερίδα που εκδιδόταν από το 1885 έως το 1889 στην Αθήνα πρώτα από τον Μπ. Άννινο και στη συνέχεια από τον Θ. Άννινο. Με την εφημερίδα αυτή συνεργάστηκαν κατά διαστήματα ο Γ. Σουρής, ο Δ.… …   Dictionary of Greek

  • άωρος — (I) ἄωρος, ον (Α) [ώρα] 1. ανώριμος, άγουρος 2. άκαιρος, παράκαιρος 3. δύσμορφος, αποκρουστικός. (II) ἄωρος, ον (Α) 1. μετέωρος 2. (για πόδια ζώου) μπροστινός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολογίας, στην οποία έχουν δοθεί διάφορες… …   Dictionary of Greek

  • αέσκω — ἀέσκω (Α) κοιμάμαι, αναπαύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. χρησιμοποιείται κυρίως στον αόρ. (ἄεσα < *ἄFεσσα;) συνοδευόμενο πάντοτε από τη λ. νύκτα(ς). Ανάγεται πιθανότατα σε ΙΕ ρίζα *(a)we / *(a)wes που σήμαινε αρχικά «μένω, είμαι, περνώ τον καιρό μου,… …   Dictionary of Greek

  • αυλή — Χώρος αστέγαστος και περιτοιχισμένος μπροστά από σπίτι, ή πίσω ή και γύρω απο αυτό. Μεταφορικά λέγεται και το προσωπικό ενός ηγεμόνα. Η α. πρωτοεμφανίστηκε στα ανάκτορα των βασιλιάδων της ομηρικής Ελλάδας, της Αιγύπτου, της Ασσυρίας κλπ. Στα… …   Dictionary of Greek

  • ἄσαμεν — ἄ̱σαμεν , ἄεσα aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) ἄ̱σαμεν , ἄω 1 blow aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) ἄ̱σαμεν , ἀάω hurt aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • au-2, au̯-es-, au-s- —     au 2, au̯ es , au s     English meaning: to spend the night, sleep     Deutsche Übersetzung: “ũbernachten, schlafen”     Material: Arm. aganim ‘spends the night “, vair ag “ living in the country “, aut “ spend the night, night’s rest,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • u̯es-1 (*su̯es-) —     u̯es 1 (*su̯es )     English meaning: to stay, live, spend the night     Deutsche Übersetzung: “verweilen, wohnen, ũbernachten”     Material: O.Ind. vásati (participle secondary uṣita ) “verweilt, dwells, ũbernachtet” (with ü: ‘sleeps… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.